πλοιαρχία
•
- ναυτικός όροςτο να είναι κάποιος πλοίαρχος, να έχει το σχετικό αξίωμα, να πλοιαρχεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλοιαρχία < πλοίαρχος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλοιαρχία | πλοιαρχίες |
| Γενική | πλοιαρχίας | πλοιαρχιών |
| Αιτιατική | πλοιαρχία | πλοιαρχίες |
| Κλητική | πλοιαρχία | πλοιαρχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →