πλοιαρχώ
•
- ναυτικός όροςείμαι πλοίαρχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλοιαρχώ < πλοίαρχος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλοιαρχώ | πλοιαρχείς | πλοιαρχεί | πλοιαρχούμε | πλοιαρχείτε | πλοιαρχούν / πλοιαρχούνε |
| Παρατατικός | πλοιαρχούσα | πλοιαρχούσες | πλοιαρχούσε | πλοιαρχούσαμε | πλοιαρχούσατε | πλοιαρχούσαν / πλοιαρχούσανε |
| Αόριστος | πλοιάρχησα | πλοιάρχησες | πλοιάρχησε | πλοιαρχήσαμε | πλοιαρχήσατε | πλοιάρχησαν / πλοιαρχήσαν / πλοιαρχήσανε |
| Μέλλοντας | θα πλοιαρχήσω / θα πλοιαρχώ | θα πλοιαρχήσεις / θα πλοιαρχείς | θα πλοιαρχήσει / θα πλοιαρχεί | θα πλοιαρχήσουμε / θα πλοιαρχούμε | θα πλοιαρχήσετε / θα πλοιαρχείτε | θα πλοιαρχήσουν / θα πλοιαρχήσουνε / θα πλοιαρχούν / θα πλοιαρχούνε |
| Παρακείμενος | έχω πλοιαρχήσει | έχεις πλοιαρχήσει | έχει πλοιαρχήσει | έχουμε πλοιαρχήσει | έχετε πλοιαρχήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλοιαρχήσει | είχες πλοιαρχήσει | είχε πλοιαρχήσει | είχαμε πλοιαρχήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλοιαρχήσει / να πλοιαρχήσω / να πλοιαρχώ | να έχεις πλοιαρχήσει / να πλοιαρχήσεις / να πλοιαρχείς | να έχει πλοιαρχήσει / να πλοιαρχήσει / να πλοιαρχεί | να έχουμε πλοιαρχήσει / να πλοιαρχήσουμε / να πλοιαρχούμε | να έχετε πλοιαρχήσει / να πλοιαρχήσετε / να πλοιαρχείτε | να πλοιαρχήσουν / να πλοιαρχήσουνε / να πλοιαρχούν / να πλοιαρχούνε |
| Προστακτική | — | πλοιάρχει / πλοιάρχησε | — | — | πλοιαρχήστε / πλοιαρχείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →