Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλοιοκτήτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο ιδιοκτήτης και συγχρόνως εκμεταλλευτής πλοίου ή πλοίων Βικιλεξικό
    • Μέσα στην πανδημία, ούτε οι τράπεζες ήθελαν να επενδύσουν σε καινούριο τονάζ ούτε οι πλοιοκτήτες ή τα funds είχαν τη διάθεση να επενδύσουν στη θάλασσα. (Σίμος Παληός, Μάκης Προβατάς, Η θάλασσα είναι δρόμος. Για την ελληνική ναυτοσύνη του χτες και του αύριο, εκδ. Πατάκης, 2025)

Ετυμολογία

πλοιοκτήτης < πλοίο + -κτήτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλοιοκτήτηςπλοιοκτήτες
Γενικήπλοιοκτήτηπλοιοκτητών
Αιτιατικήπλοιοκτήτηπλοιοκτήτες
Κλητικήπλοιοκτήτηπλοιοκτήτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →