πλοκάμι
•
- το ευέλικτο, κινητό, επίμηκες όργανο που διαθέτουν ορισμένα είδη ζώων, συνήθως τα ασπόνδυλα για αφή και βρώση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλοκάμι < αρχαία ελληνική πλόκαμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλοκάμι | πλοκάμια |
| Γενική | πλοκαμιού | πλοκαμιών |
| Αιτιατική | πλοκάμι | πλοκάμια |
| Κλητική | πλοκάμι | πλοκάμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →