πλουμίζω
•
- στολίζω με πλουμίδια, κοσμώ, ποικίλλω, διανθίζω, ομορφαίνω, εξωραϊζω, ωραιοποιώ, καλλωπίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλουμίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλουμίζω | πλουμίζεις | πλουμίζει | πλουμίζουμε | πλουμίζετε | πλουμίζουν / πλουμίζουνε |
| Παρατατικός | πλούμιζα | πλούμιζες | πλούμιζε | πλουμίζαμε | πλουμίζατε | πλουμίζαν / πλουμίζανε / πλούμιζαν |
| Αόριστος | πλούμισα | πλούμισες | πλούμισε | πλουμίσαμε | πλουμίσατε | πλουμίσαν / πλουμίσανε / πλούμισαν |
| Μέλλοντας | θα πλουμίζω / θα πλουμίσω | θα πλουμίζεις / θα πλουμίσεις | θα πλουμίζει / θα πλουμίσει | θα πλουμίζουμε / θα πλουμίσουμε | θα πλουμίζετε / θα πλουμίσετε | θα πλουμίζουν / θα πλουμίζουνε / θα πλουμίσουν / θα πλουμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πλουμίσει | έχεις πλουμίσει | έχει πλουμίσει | έχουμε πλουμίσει | έχετε πλουμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλουμίσει | είχες πλουμίσει | είχε πλουμίσει | είχαμε πλουμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλουμίσει / να πλουμίζω / να πλουμίσω | να έχεις πλουμίσει / να πλουμίζεις / να πλουμίσεις | να έχει πλουμίσει / να πλουμίζει / να πλουμίσει | να έχουμε πλουμίσει / να πλουμίζουμε / να πλουμίσουμε | να έχετε πλουμίσει / να πλουμίζετε / να πλουμίσετε | να πλουμίζουν / να πλουμίζουνε / να πλουμίσουν / να πλουμίσουνε |
| Προστακτική | — | πλούμιζε / πλούμισε | — | — | πλουμίζετε / πλουμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →