πλουσιόδωρος
•
- που παρέχει άφθονα αγαθά Βικιλεξικό
- Ο Θεός αφού έκανε τον άνθρωπο αυτεξούσιο, ως πλουσιόδωρος και αγαθός που είναι, του έδωσε και την δύναμη, αν θέλει, να γίνεται αρεστός σ’ Αυτόν. (Το αυτεξούσιον του ανθρώπου, Δόγμα, dogma.gr, 30/4/2023 https://www.dogma.gr/dialogos/to-afteksousion-tou-anthropou/156487/)
Ετυμολογία
πλουσιόδωρος < πλούσιος/πλούτος + δώρο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλουσιόδωρη / πλουσιόδωρος / πλουσιόδωρο | πλουσιόδωρες / πλουσιόδωροι / πλουσιόδωρα |
| Γενική | πλουσιόδωρης / πλουσιόδωρου / πλουσιόδωρου | πλουσιόδωρων / πλουσιόδωρων / πλουσιόδωρων |
| Αιτιατική | πλουσιόδωρη / πλουσιόδωρο / πλουσιόδωρο | πλουσιόδωρες / πλουσιόδωρους / πλουσιόδωρα |
| Κλητική | πλουσιόδωρη / πλουσιόδωρε / πλουσιόδωρο | πλουσιόδωρες / πλουσιόδωροι / πλουσιόδωρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →