πλουτοκρατία
•
- πολιτικήη κυριαρχία του πλούτου, των πλουσίων στην κοινωνία Βικιλεξικό
- το σύνολο τωνν πλούσιων, η χλιδή στην οποία ζουν Βικιλεξικό
- Άσ' τους αυτούς! αυτοί είναι πλουτοκρατία! Ζούνε μες στα πούπουλα
Ετυμολογία
πλουτοκρατία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλουτοκρατία Συγχρονικά αναλύεται σε πλούτ(ος) + -ο- + -κρατία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλουτοκρατία | πλουτοκρατίες |
| Γενική | πλουτοκρατίας | πλουτοκρατιών |
| Αιτιατική | πλουτοκρατία | πλουτοκρατίες |
| Κλητική | πλουτοκρατία | πλουτοκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →