Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλουτοκρατία

/plu.to.kɾaˈti.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολιτικήη κυριαρχία του πλούτου, των πλουσίων στην κοινωνία Βικιλεξικό
  2. το σύνολο τωνν πλούσιων, η χλιδή στην οποία ζουν Βικιλεξικό
    • Άσ' τους αυτούς! αυτοί είναι πλουτοκρατία! Ζούνε μες στα πούπουλα

Ετυμολογία

πλουτοκρατία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλουτοκρατία Συγχρονικά αναλύεται σε πλούτ(ος) + -ο- + -κρατία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλουτοκρατίαπλουτοκρατίες
Γενικήπλουτοκρατίαςπλουτοκρατιών
Αιτιατικήπλουτοκρατίαπλουτοκρατίες
Κλητικήπλουτοκρατίαπλουτοκρατίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →