πλουτολογικός
•
- σχετικός με την πλουτολογία, με τον πλούτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλουτολογικός < πλουτολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλουτολογικός | πλουτολογική | πλουτολογικό |
| Γενική | πλουτολογικού | πλουτολογικής | πλουτολογικού |
| Αιτιατική | πλουτολογικό | πλουτολογική | πλουτολογικό |
| Κλητική | πλουτολογικέ | πλουτολογική | πλουτολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλουτολογικοί | πλουτολογικές | πλουτολογικά |
| Γενική | πλουτολογικών | πλουτολογικών | πλουτολογικών |
| Αιτιατική | πλουτολογικούς | πλουτολογικές | πλουτολογικά |
| Κλητική | πλουτολογικοί | πλουτολογικές | πλουτολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →