Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλουτολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την πλουτολογία, με τον πλούτο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλουτολογικός < πλουτολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλουτολογικόςπλουτολογικήπλουτολογικό
Γενικήπλουτολογικούπλουτολογικήςπλουτολογικού
Αιτιατικήπλουτολογικόπλουτολογικήπλουτολογικό
Κλητικήπλουτολογικέπλουτολογικήπλουτολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλουτολογικοίπλουτολογικέςπλουτολογικά
Γενικήπλουτολογικώνπλουτολογικώνπλουτολογικών
Αιτιατικήπλουτολογικούςπλουτολογικέςπλουτολογικά
Κλητικήπλουτολογικοίπλουτολογικέςπλουτολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →