Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλοχμός

/ploxˈmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοδιακοσμητικό σχήμα που μοιάζει με πλεξούδα (όπως στην αρχαία λέξη πλοχμός) Βικιλεξικό
    • Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος για να αποτρέπονται από την κατανάλωση μεγάλης ποσότητας σιτηρών. (περιοδικό Αγρότης, τεύχος 457, έτος 68, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2012, σελ. 64 https://www.moa.gov.cy/moa/wdd/wdd.nsf/All/E12B994850CA71CCC22582950022ED89/$file/AGROTHS_Dec_2012.pdf?OpenElement)

Ετυμολογία

πλοχμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλοχμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλοχμόςπλοχμοί
Γενικήπλοχμούπλοχμών
Αιτιατικήπλοχμόπλοχμούς
Κλητικήπλοχμέπλοχμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →