Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλούμιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ανοδικόςσχηματισμός καπνού, ομίχλης, νέφους μικροσωματιδίων κ.λπ. Βικιλεξικό
    • Ενδεικτικό της έντασης των ανοδικών ρευμάτων στην πυρκαγιά της Βαρυμπόμπης είναι το γεγονός πως καταγράφηκαν παροδικά νέφη πυροσωρειτών, ακριβώς πάνω από το πλούμιο του καπνού. (Εφημερίδα των Συντακτών, 04.08.2021)
    • Αντίστοιχα δίνονται οι εξισώσεις περιγραφής της κατανομής της κατακόρυφης ταχύτητας και της συγκέντρωσης ρύπων σε υποβρύχιο ανωστικό πλούμιο. Παρουσιάζεται κώδικας σε γλώσσα προγραμματισμού Matlab για την επίλυση των ομοιωμάτων διασποράς ρύπων από υποβρύχιες φλέβες και πλούμια. (*)

Ετυμολογία

πλούμιο < αγγλική plume < λατινική pluma < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *plew-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλούμιοπλούμια
Γενικήπλουμίου / πλούμιουπλουμίων / πλούμιων
Αιτιατικήπλούμιοπλούμια
Κλητικήπλούμιοπλούμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →