πλυνός
•
- λόγιοειδικός κοίλος χώρος επί του καταστρώματος της πλώρης των παλαιών πολεμικών ιστιοφόρων επενδυμένος από φύλλα μολύβδου μέσα στο οποίο οι ναύτες έπλεναν τα ρούχα τους Βικιλεξικό
- λόγιοο πολύ μεγάλος νεροχύτης των μαγειρείων των πλοίων ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλυνός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλυνός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλυνός | πλυνοί |
| Γενική | πλυνού | πλυνών |
| Αιτιατική | πλυνό | πλυνούς |
| Κλητική | πλυνέ | πλυνοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →