πλυσταριό
•
- ο χώρος κατάλληλος και ειδικά διαμορφωμένος για το πλύσιμο ρούχων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλυσταριό < πλύστρ(α) + -αριό με ανομοιωτική αποβολή του [ɾ] από το πλυστρ- < πλύση < πλύνω (πλένω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλυσταριό | πλυσταριά |
| Γενική | πλυσταριού | πλυσταριών |
| Αιτιατική | πλυσταριό | πλυσταριά |
| Κλητική | πλυσταριό | πλυσταριά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →