πλυστικά
•
- δημοτικήη αμοιβή για το πλύσιμο - καθαρισμό ρούχων, λευκών ειδών, κουρτινών κ.λπ., τα χρήματα που καταβάλλονται στο καθαριστήριο (ή, συνήθως παλαιότερα, στην πλύστρα) Βικιλεξικό
- Η σύνταξή της δεν έφτανε για να πληρώσει πλυστικά κι η δουλειά για τη χωριάτισσα δεν είχε ούτε ντροπή ούτε λυποκράτημα. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Ο πύργος του ακροπόταμου, Α, 1915)
Ετυμολογία
πλυστικά < πλύση, πλύσιμο • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλυστικά | πλυστικά |
| Γενική | — | πλυστικών |
| Αιτιατική | — | πλυστικά |
| Κλητική | — | πλυστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →