Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλωριός

/ploɾˈʝos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςπου αναφέρεται ή σχετίζεται με πλώρη πλοίου Βικιλεξικό
    • πλωριός φανός, πλωριός ιστός, πλωριός γερανός
    • Ο καπετάνιος μού διέθεσε την πλωριά καμπίνα που είχε όλες τις ανέσεις.
    • Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)

Ετυμολογία

πλωριός < πλώρ(η) + -ιός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλωριόςπλωριά / πλωριιάπλωριιό / πλωριό
Γενικήπλωριούπλωριάςπλωριού
Αιτιατικήπλωριόπλωριάπλωριό
Κλητικήπλωριέπλωριάπλωριό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλωριοίπλωριέςπλωριά
Γενικήπλωριώνπλωριώνπλωριών
Αιτιατικήπλωριούςπλωριέςπλωριά
Κλητικήπλωριοίπλωριέςπλωριά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →