πλωτικός
•
- ναυτικός όροςπου έχει σχέση με πλεύση / πλου ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπλωτική: η τέχνη / επιδεξιότητα για πλεύση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλωτικός < αρχαία ελληνική πλωτικός < πλωτός < πλώω / πλέω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλωτικός | πλωτική | πλωτικό |
| Γενική | πλωτικού | πλωτικής | πλωτικού |
| Αιτιατική | πλωτικό | πλωτική | πλωτικό |
| Κλητική | πλωτικέ | πλωτική | πλωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλωτικοί | πλωτικές | πλωτικά |
| Γενική | πλωτικών | πλωτικών | πλωτικών |
| Αιτιατική | πλωτικούς | πλωτικές | πλωτικά |
| Κλητική | πλωτικοί | πλωτικές | πλωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →