πλόος
•
- παρωχημένοόπως στα αρχαία ελληνικά, ασυναίρετος, ο πλους Βικιλεξικό
- Αποπλεύσαμε την επομένη κατά το βραδάκι. Ο πλόος ωραίος, η θάλασσα λάδι. (Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος Α/Π/ Ελένη [διήγημα])
Ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλόος | πλόοι |
| Γενική | πλόου | πλόων |
| Αιτιατική | πλόο | πλόους |
| Κλητική | πλόε | πλόοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →