πλότερ
•
- τεχνολογίασυσκευή εκτύπωσης που εκτυπώνει σε πληθώρα υλικών και μέσων (χαρτί, μουσαμά, καμβά κ.λπ.) σχέδια ή γραφικά μεγάλου μεγέθους Βικιλεξικό
- πληροφορικήσυσκευή και λογισμικό που απεικονίζει χάρτες και συμβάλλει στην πλοήγηση ενός οχήματος στον προορισμό του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλότερ < (άμεσο δάνειο) αγγλική plotter < plot < πρωτογερμανική *plataz / *platjaz
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →