πλύστρα
•
- παρωχημένογυναίκα που πλένει ρούχα στο χέρι έναντι αμοιβής Βικιλεξικό
- Και τώρα πώς νομίζετε να τη βαφτίσανε τα «Παναθήναια», Πλύστρα; Ο Θεός φυλάξει! Θα 'τανε αλήθεια. Η ευγένειά της το φτωχοκόριτσο, είναι «πλύντρια». (Γιάννης Ψυχάρης, Εμμανουήλ Κριαράς, Ανθολόγιο Ψυχάρη, εκδ. Κέντρο Βυζαντινών, Μεταβυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών, 2007, σελ. 287
- μόνιμη τσιμεντένια κατασκευή με αυλακωτό κεκλιμένο επίπεδο για πλύσιμο, τρίψιμο και κοπάνισμα ρούχων Βικιλεξικό
- πέτρινη πλάκα ή τραπεζοειδής χοντρή σανίδα με αυλακώσεις για όμοια με παραπάνω χρήση Βικιλεξικό
- μεταφορικάμειωτικός χαρακτηρισμός για το κοινωνικό, οικονομικό ή εκπαιδευτικό επίπεδο γυναίκας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλύστρα < πλύση + κατάληξη θηλυκού -τρα < αρχαία ελληνική πλύσις < πλύνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλύστρα | πλύστρες |
| Γενική | πλύστρας | πλυστρών |
| Αιτιατική | πλύστρα | πλύστρες |
| Κλητική | πλύστρα | πλύστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →