πνέμα
•
- λογοτεχνικόη ψυχή, το πνεύμα Βικιλεξικό
- ⌘ Άγγελος Σικελιανός, Μήτηρ Θεού V, (1916-1917)
Ετυμολογία
πνέμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πνέμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πνέμα | πνέματα |
| Γενική | πνέματος | πνεμάτων |
| Αιτιατική | πνέμα | πνέματα |
| Κλητική | πνέμα | πνέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →