πνίγος
•
- φιλολογίατμήμα της παράβασης στην αρχαία κωμωδία, το οποίο εκφέρεται απνευστί, χωρίς σταμάτημα, με γρήγορη εκφορά (που σε πνίγει γιατί δε σε αφήνει να πάρεις ανάσα) Βικιλεξικό
- Κομμάτιον, Ανάπαιστοι και Πνίγος απάρτιζαν το πρώτο, ενιαίο, αστροφικό μέρος της Παράβασης.
Ετυμολογία
πνίγος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πνῖγος > πνίγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πνίγος | πνίγη |
| Γενική | πνίγους | πνιγών |
| Αιτιατική | πνίγος | πνίγη |
| Κλητική | πνίγος | πνίγη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →