Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πνευματιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον πνευματισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πνευματιστικός < πνευματιστής + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική spiritiste)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπνευματιστικόςπνευματιστικήπνευματιστικό
Γενικήπνευματιστικούπνευματιστικήςπνευματιστικού
Αιτιατικήπνευματιστικόπνευματιστικήπνευματιστικό
Κλητικήπνευματιστικέπνευματιστικήπνευματιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπνευματιστικοίπνευματιστικέςπνευματιστικά
Γενικήπνευματιστικώνπνευματιστικώνπνευματιστικών
Αιτιατικήπνευματιστικούςπνευματιστικέςπνευματιστικά
Κλητικήπνευματιστικοίπνευματιστικέςπνευματιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →