πνευματολογία
•
- χριστιανισμόςκλάδος της χριστιανικής θεολογίας που ασχολείται με το Άγιο Πνεύμα Βικιλεξικό
- γενικότεραη μελέτη της επικοινωνίας Θεού και ανθρώπων μέσω των πνευμάτων Βικιλεξικό
- γενικότεραμελέτη της φύσης των πνευμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πνευματολογία < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πνευματολογία (μαρτυρείται από το 1785) < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική pneumatologie < peumato- < αρχαία ελληνική πνεύμα πνευματο- + -logie (-λογία) < αρχαία ελληνική λόγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πνευματολογία | πνευματολογίες |
| Γενική | πνευματολογίας | πνευματολογιών |
| Αιτιατική | πνευματολογία | πνευματολογίες |
| Κλητική | πνευματολογία | πνευματολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →