Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πνευμοθώρακας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπαθολογική κατάσταση κατά την οποία εισάγεται αέρας στην υπεζωκοτική κοιλότητα, προκαλώντας αιφνίδιο πόνο και οξεία δύσπνοια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πνευμοθώρακας (μαρτυρείται από το 1879) < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική pneumothorax < pneumo- (αρχαία ελληνική πνεῦμα) πνεύμα (πνοή, φύσημα) με πνευμο- αντί του πνευματο- + (αρχαία ελληνική θώραξ) θώρακας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπνευμοθώρακαςπνευμοθώρακες
Γενικήπνευμοθώρακαπνευμοθωράκων
Αιτιατικήπνευμοθώρακαπνευμοθώρακες
Κλητικήπνευμοθώρακαπνευμοθώρακες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →