Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πνευμονογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πνευμονογράφηση ή πνευμονογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πνευμονογραφικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική pneumographique < pneumographe < αρχαία ελληνική πνεύμων / πλεύμων + γράφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπνευμονογραφικόςπνευμονογραφικήπνευμονογραφικό
Γενικήπνευμονογραφικούπνευμονογραφικήςπνευμονογραφικού
Αιτιατικήπνευμονογραφικόπνευμονογραφικήπνευμονογραφικό
Κλητικήπνευμονογραφικέπνευμονογραφικήπνευμονογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπνευμονογραφικοίπνευμονογραφικέςπνευμονογραφικά
Γενικήπνευμονογραφικώνπνευμονογραφικώνπνευμονογραφικών
Αιτιατικήπνευμονογραφικούςπνευμονογραφικέςπνευμονογραφικά
Κλητικήπνευμονογραφικοίπνευμονογραφικέςπνευμονογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →