Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πνευμονολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την πνευμονολογία Βικιλεξικό
    • πνευμονολογική κλινική

Ετυμολογία

πνευμονολογικός < πνευμονολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπνευμονολογικόςπνευμονολογικήπνευμονολογικό
Γενικήπνευμονολογικούπνευμονολογικήςπνευμονολογικού
Αιτιατικήπνευμονολογικόπνευμονολογικήπνευμονολογικό
Κλητικήπνευμονολογικέπνευμονολογικήπνευμονολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπνευμονολογικοίπνευμονολογικέςπνευμονολογικά
Γενικήπνευμονολογικώνπνευμονολογικώνπνευμονολογικών
Αιτιατικήπνευμονολογικούςπνευμονολογικέςπνευμονολογικά
Κλητικήπνευμονολογικοίπνευμονολογικέςπνευμονολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →