πνευμονολογικός
•
- σχετικός με την πνευμονολογία Βικιλεξικό
- πνευμονολογική κλινική
Ετυμολογία
πνευμονολογικός < πνευμονολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πνευμονολογικός | πνευμονολογική | πνευμονολογικό |
| Γενική | πνευμονολογικού | πνευμονολογικής | πνευμονολογικού |
| Αιτιατική | πνευμονολογικό | πνευμονολογική | πνευμονολογικό |
| Κλητική | πνευμονολογικέ | πνευμονολογική | πνευμονολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πνευμονολογικοί | πνευμονολογικές | πνευμονολογικά |
| Γενική | πνευμονολογικών | πνευμονολογικών | πνευμονολογικών |
| Αιτιατική | πνευμονολογικούς | πνευμονολογικές | πνευμονολογικά |
| Κλητική | πνευμονολογικοί | πνευμονολογικές | πνευμονολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →