πνευστό
•
- μουσικό όργανομουσικό όργανο στο οποίο φυσάμε μέσα του αέρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πνευστό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πνευστός (εννοείται το ουσιαστικό όργανο) < ελληνιστική κοινή πνευστός < αρχαία ελληνική πνέω ((σημασιολογικό δάνειο) γερμανική Blasinstrument)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πνευστό | πνευστά |
| Γενική | πνευστού | πνευστών |
| Αιτιατική | πνευστό | πνευστά |
| Κλητική | πνευστό | πνευστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →