Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πνευστός

/pnefˈstos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που παράγεται με φύσημα ή λειτουργεί μ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπνευστό: (μουσική) το μουσικό όργανο που παράγει ήχο με φύσημα Βικιλεξικό
    • Υπώνυμα: κλαρίνο, σαξόφωνο κ.λπ.

Ετυμολογία

πνευστός < ελληνιστική κοινή πνευστός < αρχαία ελληνική πνέω ((σημασιολογικό δάνειο) γερμανική Blasinstrument )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπνευστόςπνευστήπνευστό
Γενικήπνευστούπνευστήςπνευστού
Αιτιατικήπνευστόπνευστήπνευστό
Κλητικήπνευστέπνευστήπνευστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπνευστοίπνευστέςπνευστά
Γενικήπνευστώνπνευστώνπνευστών
Αιτιατικήπνευστούςπνευστέςπνευστά
Κλητικήπνευστοίπνευστέςπνευστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →