πνιγούρα
•
- λαϊκότροποη πνιγηρότητα που αισθάνεται κάποιος, εξαιτίας ζέστης ή άλλων παραγόντων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πνιγούρα < πνίγω + -ούρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πνιγούρα | πνιγούρες |
| Γενική | πνιγούρας | πνιγούρων |
| Αιτιατική | πνιγούρα | πνιγούρες |
| Κλητική | πνιγούρα | πνιγούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →