ποδανά
•
- η ιδιωματική συνθηματική διάλεκτος γενικά με χρήση αναγραμματισμών κυρίως, όμως, με τη μεταφορά της πρώτης συλλαβής στο τέλος Βικιλεξικό
- στα ποδανά το "μέπα νεμασί;" σημαίνει "πάμε σινεμά;"
Ετυμολογία
ποδανά < ανάποδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποδανά | ποδανά |
| Γενική | — | ποδανών |
| Αιτιατική | — | ποδανά |
| Κλητική | — | ποδανά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →