ποδαράκι
•
- μικρό πόδι Βικιλεξικό
- Πότε ήτανε που σήκωνες το χεράκι σου στα ύψη τα δυσθεώρητα για να συναντήσεις το δικό μου; Πότε που χτύπαγες με πείσμα το ποδαράκι σου κι εγώ έβαζα τα γέλια; Φτάσε πρώτα το ένα μέτρο μπόι και μετά να μου κάνεις εμένα ταρζανιές!» (Έλενα Ακρίτα, Χτυποκάρδια στο κρανίο, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- δημοτικός χορός Θράκης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποδαράκι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποδαράκι | ποδαράκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ποδαράκι | ποδαράκια |
| Κλητική | ποδαράκι | ποδαράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →