ποδαρικό
•
- το πρώτο ανθρώπινο πάτημα σε σπίτι ή το μαγαζί, σε καινούρια μέρα, βδομάδα, έτος κ.λπ. Βικιλεξικό
- ποδαρικό κάνουμε πάντα με το δεξί
- πολύ γουρλής αυτός ο άνθρωπος, όπου έκανε ποδαρικό όλα πήγανε κατ' ευχή
- κατ’ επέκτασηη τύχη, καλή ή κακή, που πιστεύεται από το λαό ότι φέρνει ο πρώτος άνθρωπος που μπαίνει στο σπίτι ή το μαγαζί σε καινούρια μέρα, βδομάδα, έτος κ.λπ. Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήη βάση ενός στύλου ή άλλης κατακόρυφης κατασκευής Βικιλεξικό
- Το γεφύρι αποτελείται από τέσσερις μεγάλες καμάρες και τρεις μικρότερες. Οι καμάρες έχουν διαφορετικές μεταξύ τους διαμέτρους, που του προσδίδουν μια γοητευτική ασυμμετρία. Οι καμάρες στηρίζονται πάνω σε ποδαρικά. Πάνω από τα ποδαρικά υπάρχουν μικρά τοξωτά ανοίγματα στους τοίχους, που ελαφρύνουν το βάρος του γεφυριού και λειτουργούν ως ανακουφιστικές οπές, που επιτρέπουν τη διέλευση από μέσα τους μεγάλης ποσότητας νερού, σε περίπτωση υπερεκχείλισης του ποταμού. (*)
- το πόδι ενός επίπλου Βικιλεξικό
- εξάρτημα του αργαλειού που πατιέται με το πόδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποδαρικό < ποδάρι + -ικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποδαρικό | ποδαρικά |
| Γενική | ποδαρικού | ποδαρικών |
| Αιτιατική | ποδαρικό | ποδαρικά |
| Κλητική | ποδαρικό | ποδαρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →