ποδηγέτηση
•
- η διαπαιδαγώγηση, η καθοδήγηση Βικιλεξικό
- η χειραγώγηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποδηγέτηση < ρήμα ποδηγετώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποδηγέτηση | ποδηγετήσεις |
| Γενική | ποδηγέτησης | ποδηγετήσεων |
| Αιτιατική | ποδηγέτηση | ποδηγετήσεις |
| Κλητική | ποδηγέτηση | ποδηγετήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →