ποδιά
•
- ενδυμασίαρούχο που καλύπτει συνήθως μόνο το μπροστινό μέρος του σώματος και δένεται πίσω από τη μέση ή/και στον αυχένα· φοριέται κατά τη διάρκεια εργασιών, για να μη λερωθούν τα υπόλοιπα ρούχα Βικιλεξικό
- η ποδιά της νοικοκυράς
- Τὴν πρωινὴ αὐτὴ ὥρα τὰ παιδιὰ εἶχαν τὶς καθημερινὲς ἐργασίες. Ὁ μάγειρας φοροῦσε τὴν ποδιά του καὶ μαγείρευε· ἄλλα κοίταζαν τὴ φωτιά· ἄλλα σάρωναν τὸ χῶμα μὲ μεγάλες σκοῦπες ἀπὸ φρύγανα. (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, 1918)
- η σχολική ποδιά: απλό ρούχο γαλάζιου χρώματος που κούμπωνε μπροστά και το φορούσαν παλιότερα οι μαθητές και οι μαθήτριες Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοποιοδήποτε εξάρτημα καλύπτει και προστατεύει Βικιλεξικό
- Ύστερα σηκώθηκε, ξαναγύρισε στο σκαμνί και χάιδεψε με τα δάχτυλα το όμορφο υφαντό που ήταν τυλιγμένο σαν ποδιά γύρω από τη λευκή καμινάδα. Ήταν η τελευταία μπουχαροποδιά που είχε υφάνει η μητέρα της. (Richard Romanus, Χρυσαλλίς, πρωτότυπος τίτλος Matoula’s Echo, μεταφράστρια Χλόη Ιωαννίδου, 2011 https://www.armidabooks.com/book/chrysallis/)
- αυτοκίνητοπροστατευτικό κάλυμμα στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου που καταλήγει στον προφυλακτήρα και προστατεύει τον κινητήρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποδιά < μεσαιωνική ελληνική ποδέα < πόδι < αρχαία ελληνική πούς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποδιά | ποδιές |
| Γενική | ποδιάς | ποδιών |
| Αιτιατική | ποδιά | ποδιές |
| Κλητική | ποδιά | ποδιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →