Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το πόδι ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποδικός < ελληνιστική κοινή ποδικός < αρχαία ελληνική πούς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήποδικόςποδικήποδικό
Γενικήποδικούποδικήςποδικού
Αιτιατικήποδικόποδικήποδικό
Κλητικήποδικέποδικήποδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήποδικοίποδικέςποδικά
Γενικήποδικώνποδικώνποδικών
Αιτιατικήποδικούςποδικέςποδικά
Κλητικήποδικοίποδικέςποδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →