Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποδόμακτρο

/poˈðo.mak.tɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιοπετσέτα για σκούπισμα των ποδιών Βικιλεξικό
  2. λόγιοχαλάκι για το σκούπισμα στις σόλες των παπουτσιών Βικιλεξικό
  3. λόγιοσιδερένια ορθογώνια λάμα (ενίοτε διακοσμημένη με διάτρητα σχέδια) βιδωμένη στο έδαφος έξω από την κύρια είσοδο ενός σπιτιού, για να καθαρίζουν τις λάσπες από τα παπούτσια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποδόμακτρο < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ποδόμακτρον < ποδό- + ελληνιστική κοινή μάκτρον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήποδόμακτροποδόμακτρα
Γενικήποδόμακτρουποδόμακτρων
Αιτιατικήποδόμακτροποδόμακτρα
Κλητικήποδόμακτροποδόμακτρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →