ποδόμακτρο
•
- λόγιοπετσέτα για σκούπισμα των ποδιών Βικιλεξικό
- λόγιοχαλάκι για το σκούπισμα στις σόλες των παπουτσιών Βικιλεξικό
- λόγιοσιδερένια ορθογώνια λάμα (ενίοτε διακοσμημένη με διάτρητα σχέδια) βιδωμένη στο έδαφος έξω από την κύρια είσοδο ενός σπιτιού, για να καθαρίζουν τις λάσπες από τα παπούτσια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποδόμακτρο < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ποδόμακτρον < ποδό- + ελληνιστική κοινή μάκτρον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποδόμακτρο | ποδόμακτρα |
| Γενική | ποδόμακτρου | ποδόμακτρων |
| Αιτιατική | ποδόμακτρο | ποδόμακτρα |
| Κλητική | ποδόμακτρο | ποδόμακτρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →