ποδότης
•
- λαϊκότροπολοστρόμος, ναύκληρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποδότης < μεσαιωνική ελληνική ἀποδότης < αρχαία ελληνική ἀποδίδωμι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ποδότης < μεσαιωνική ελληνική ἀποδότης < αρχαία ελληνική ἀποδίδωμι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →