Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποζολανικός

/po.zo.la.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωλογίαπου σχετίζεται με ποζολάνες και έχει τις ιδιότητές τους, που είναι παραπλήσιες με αυτές του τσιμέντου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποζολανικός < απόδοση αγγλικής pozzolanic ή ιταλικής pozzolana < ποζολάν(η) + -ικός. Δείτε και σημειώσεις

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήποζολανικόςποζολανικήποζολανικό
Γενικήποζολανικούποζολανικήςποζολανικού
Αιτιατικήποζολανικόποζολανικήποζολανικό
Κλητικήποζολανικέποζολανικήποζολανικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήποζολανικοίποζολανικέςποζολανικά
Γενικήποζολανικώνποζολανικώνποζολανικών
Αιτιατικήποζολανικούςποζολανικέςποζολανικά
Κλητικήποζολανικοίποζολανικέςποζολανικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →