ποιήτρια
•
- επάγγελμααυτή που ασχολείται με την ποίηση, που γράφει ποιήματα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαυτή που δημιουργεί στίχους, ο στιχουργός Βικιλεξικό
- λόγιοαυτή που ποιεί, που φτειάχνει Βικιλεξικό
- επάγγελμαθηλυκό του ποιητής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποιήτρια < ποιητής + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποιήτρια | ποιήτριες |
| Γενική | ποιήτριας | ποιητριών |
| Αιτιατική | ποιήτρια | ποιήτριες |
| Κλητική | ποιήτρια | ποιήτριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →