Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποιήτρια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επάγγελμααυτή που ασχολείται με την ποίηση, που γράφει ποιήματα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηαυτή που δημιουργεί στίχους, ο στιχουργός Βικιλεξικό
  3. λόγιοαυτή που ποιεί, που φτειάχνει Βικιλεξικό
  4. επάγγελμαθηλυκό του ποιητής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποιήτρια < ποιητής + -τρια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήποιήτριαποιήτριες
Γενικήποιήτριαςποιητριών
Αιτιατικήποιήτριαποιήτριες
Κλητικήποιήτριαποιήτριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →