ποιητής
•
- επάγγελμααυτός που ασχολείται με την ποίηση, που γράφει ποιήματα Βικιλεξικό
- Οι ναοί όπου κανείς θυσίαζε στους θεούς καταρρέουν. Ιεροποιημένοι οι θεοί, οι θεές, οι ήρωες, επιβιώνουν ακόμη χάρη στη φωνή των ποιητών. (Η ελληνική εμπειρία, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 28)
- κατ’ επέκτασηαυτός που δημιουργεί στίχους, ο στιχουργός Βικιλεξικό
- λόγιοαυτός που ποιεί, που φτειάχνει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποιητής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ποιητής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποιητής | ποιητές |
| Γενική | ποιητή | ποιητών |
| Αιτιατική | ποιητή | ποιητές |
| Κλητική | ποιητή | ποιητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →