Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποικιλτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με την ποίκιλση ή την ποικιλτική, τη διακοσμητική τέχνη, ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποικιλτικός < ελληνιστική κοινή ποικιλτικός < αρχαία ελληνική ποικίλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήποικιλτικόςποικιλτικήποικιλτικό
Γενικήποικιλτικούποικιλτικήςποικιλτικού
Αιτιατικήποικιλτικόποικιλτικήποικιλτικό
Κλητικήποικιλτικέποικιλτικήποικιλτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήποικιλτικοίποικιλτικέςποικιλτικά
Γενικήποικιλτικώνποικιλτικώνποικιλτικών
Αιτιατικήποικιλτικούςποικιλτικέςποικιλτικά
Κλητικήποικιλτικοίποικιλτικέςποικιλτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →