ποικιλότητα
•
- κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την παρουσία ή συνύπαρξη διαφορετικών στοιχείων ή χαρακτηριστικών δίχως όμως να φτάνει στο σημείο της δυσαρμονίας (όπως στην περίπτωση της ανομοιομορφίας) Βικιλεξικό
- το ζωικό βασίλειο εμφανίζει τεράστια ποικιλότητα ειδών
Ετυμολογία
ποικιλότητα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποικιλότητα | ποικιλότητες |
| Γενική | ποικιλότητας | ποικιλοτήτων |
| Αιτιατική | ποικιλότητα | ποικιλότητες |
| Κλητική | ποικιλότητα | ποικιλότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →