ποιμαίνω
•
- χριστιανισμόςκαθοδηγώ τους πιστούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποιμαίνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ποιμαίνω < αρχαία σημασία βόσκω < ποιμήν
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ποιμαίνω | ποιμαίνεις | ποιμαίνει | ποιμαίνουμε | ποιμαίνετε | ποιμαίνουν / ποιμαίνουνε |
| Παρατατικός | ποίμαινα | ποίμαινες | ποίμαινε | ποιμαίναμε | ποιμαίνατε | ποίμαιναν / ποιμαίναν / ποιμαίνανε |
| Αόριστος | ποίμανα | ποίμανες | ποίμανε | ποιμάναμε | ποιμάνατε | ποίμαναν / ποιμάναν / ποιμάνανε |
| Μέλλοντας | θα ποιμάνω / θα ποιμαίνω | θα ποιμάνεις / θα ποιμαίνεις | θα ποιμάνει / θα ποιμαίνει | θα ποιμάνουμε / θα ποιμαίνουμε | θα ποιμάνετε / θα ποιμαίνετε | θα ποιμάνουν / θα ποιμάνουνε / θα ποιμαίνουν / θα ποιμαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω ποιμάνει | έχεις ποιμάνει | έχει ποιμάνει | έχουμε ποιμάνει | έχετε ποιμάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ποιμάνει | είχες ποιμάνει | είχε ποιμάνει | είχαμε ποιμάνει | είχατε ποιμάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω ποιμάνει / να ποιμάνω / να ποιμαίνω | να έχεις ποιμάνει / να ποιμάνεις / να ποιμαίνεις | να έχει ποιμάνει / να ποιμάνει / να ποιμαίνει | να έχουμε ποιμάνει / να ποιμάνουμε / να ποιμαίνουμε | να έχετε ποιμάνει / να ποιμάνετε / να ποιμαίνετε | να ποιμάνουν / να ποιμάνουνε / να ποιμαίνουν / να ποιμαίνουνε |
| Προστακτική | — | ποίμαινε / ποίμανε | — | — | ποιμάνετε / ποιμαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →