Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποιμεναρχία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θρησκείατο αξίωμα του ποιμενάρχη ή η χρονική περίοδος ασκήσεώς του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποιμεναρχία < μεσαιωνική ελληνική ποιμεναρχία < ποιμενάρχης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήποιμεναρχίαποιμεναρχίες
Γενικήποιμεναρχίαςποιμεναρχιών
Αιτιατικήποιμεναρχίαποιμεναρχίες
Κλητικήποιμεναρχίαποιμεναρχίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →