ποινή
•
- τιμωρία που επιβάλλεται σε κάποιον που έκανε ένα αδίκημα ή πειθαρχικό παράπτωμα ή παραβίασε / αθέτησε γραπτή συμφωνία Βικιλεξικό
- Ήξεραν πως αν τους έπιαναν η ποινή θα ήταν θάνατος.
- Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν: ... β) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο (Νόμος 4619, 2019, Κύρωση του Ποινικού Κώδικα, Ελληνική Δημοκρατία)
Ετυμολογία
ποινή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ποινή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποινή | ποινές |
| Γενική | ποινής | ποινών |
| Αιτιατική | ποινή | ποινές |
| Κλητική | ποινή | ποινές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →