ποινικοποιούμαι
•
- για ενέργειες που δεν ενέπιπταν στο κοινό ποινικό δίκαιο, αλλά περιλήφθηκαν σε αυτό και θεωρούνται στο εξής ποινικά κολάσιμες Βικιλεξικό
- ποινικοποιήθηκε και η σκέψη
Ετυμολογία
ποινικοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος ποινικοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ποινικοποιούμαι | ποινικοποιείσαι | ποινικοποιείται | ποινικοποιούμαστε | ποινικοποιείστε | ποινικοποιούνται |
| Παρατατικός | ποινικοποιούμουν | ποινικοποιούσουν | ποινικοποιούνταν | ποινικοποιούμασταν / ποινικοποιούμαστε | ποινικοποιούσασταν / ποινικοποιούσαστε | ποινικοποιούνταν |
| Αόριστος | ποινικοποιήθηκα | ποινικοποιήθηκες | ποινικοποιήθηκε | ποινικοποιηθήκαμε | ποινικοποιηθήκατε | ποινικοποιήθηκαν / ποινικοποιηθήκαν / ποινικοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα ποινικοποιηθώ / θα ποινικοποιούμαι | θα ποινικοποιείσαι / θα ποινικοποιηθείς | θα ποινικοποιείται / θα ποινικοποιηθεί | θα ποινικοποιηθούμε / θα ποινικοποιούμαστε | θα ποινικοποιείστε / θα ποινικοποιηθείτε | θα ποινικοποιηθούν / θα ποινικοποιηθούνε / θα ποινικοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω ποινικοποιηθεί | έχεις ποινικοποιηθεί | έχει ποινικοποιηθεί | έχουμε ποινικοποιηθεί | έχετε ποινικοποιηθεί | έχουν ποινικοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα ποινικοποιηθεί | είχες ποινικοποιηθεί | είχε ποινικοποιηθεί | είχαμε ποινικοποιηθεί | είχατε ποινικοποιηθεί | είχαν ποινικοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω ποινικοποιηθεί / να ποινικοποιηθώ / να ποινικοποιούμαι | να έχεις ποινικοποιηθεί / να ποινικοποιείσαι / να ποινικοποιηθείς | να έχει ποινικοποιηθεί / να ποινικοποιείται / να ποινικοποιηθεί | να έχουμε ποινικοποιηθεί / να ποινικοποιηθούμε / να ποινικοποιούμαστε | να έχετε ποινικοποιηθεί / να ποινικοποιείστε / να ποινικοποιηθείτε | να έχουν ποινικοποιηθεί / να ποινικοποιηθούν / να ποινικοποιηθούνε / να ποινικοποιούνται |
| Προστακτική | — | ποινικοποιήσου | — | — | ποινικοποιείστε / ποινικοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →