ποιόν
•
- οι ιδιότητες και τα ποιοτικά γνωρίσματα ενός πράγματος, η ποιότητα ενός πράγματος Βικιλεξικό
- το ποιόν της κοινωνικής περίθαλψης στη χώρα μας επιδέχεται βελτίωση
- οι ιδιότητες και τα γνωρίσματα του χαρακτήρα ενός ανθρώπου, κυρίως από ηθική άποψη Βικιλεξικό
- το ποιόν του είναι αμφιλεγόμενο, είναι ύποπτο και δεν πρέπει να τον εμπιστεύσαι
- ειδικότεραοι ιδιότητες και τα ποιοτικά γνωρίσματα ενός πράγματος (στις τέχνες και στις επιστήμες) Βικιλεξικό
- το ποιόν μίας φωνής αναφέρεται στη δύναμη, τον τόνο, τη χροιά της
Ετυμολογία
ποιόν < αρχαία ελληνική ποιόν, ουδέτερο του ποιός < ποῖος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷos
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →