πολέντα
•
- γλυκόείδος γλυκού που παρασκευάζεται με καλαμποκάλευρο Βικιλεξικό
- Ξέρεις ἀφέντη, μιά φορά, σάν 'μουλεγε ὁ παπούς μου, ἦτον εὐχαριστημένοι οἱ ἄνθρωποι νὰ χάσουν ἑκατὸ ἢ καὶ διακόσια σκοῦδα· παρὰ νὰ δώσουν ἕνα ὅρκον, τώρα ὅμως ἂν ἐξοδεύσῃς τὰ διακόσια σκοῦδα εὑρίσκεις ἑκατὸν μάρτυρας, οἵτινες δύνανται νὰ ὀρκισθῶσιν, ὅτι ὁ διάβολος μαγειρεύει πολέντα. (Διονύσιος Μονδινός, Ο εξόριστος ή η μαιλανή αίθουσα, ιστόρημα, έκδοσις δευτέρα, Πάτρα, τυπογραφείο και βιβλιοπωλείο Ευσταθίου Π. Χριστοδούλου, 1866, σελ. 42)
Ετυμολογία
πολέντα < ιταλική polenta < λατινική polenta
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολέντα | πολέντες |
| Γενική | πολέντας | πολεντών |
| Αιτιατική | πολέντα | πολέντες |
| Κλητική | πολέντα | πολέντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →