πολεμίστρα
•
- άνοιγμα σε οχύρωμα ή τείχος, απ’ όπου πολεμά ο αμυνόμενος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολεμίστρα < μεσαιωνική ελληνική πολεμίστρα < πολεμώ + -τρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολεμίστρα | πολεμίστρες |
| Γενική | πολεμίστρας | πολεμιστρών |
| Αιτιατική | πολεμίστρα | πολεμίστρες |
| Κλητική | πολεμίστρα | πολεμίστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →