Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολεοδομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την πολεοδομία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολεοδομικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολεοδομικόςπολεοδομικήπολεοδομικό
Γενικήπολεοδομικούπολεοδομικήςπολεοδομικού
Αιτιατικήπολεοδομικόπολεοδομικήπολεοδομικό
Κλητικήπολεοδομικέπολεοδομικήπολεοδομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολεοδομικοίπολεοδομικέςπολεοδομικά
Γενικήπολεοδομικώνπολεοδομικώνπολεοδομικών
Αιτιατικήπολεοδομικούςπολεοδομικέςπολεοδομικά
Κλητικήπολεοδομικοίπολεοδομικέςπολεοδομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →