πολεοδομούμαι
•
- για πόλη ή οικισμό ή τμήμα αυτώνγίνομαι αντικείμενο πολεοδόμησης Βικιλεξικό
- για περιοχήμπαίνω σε σχέδιο πόλεως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολεοδομούμαι < παθητική φωνή του ρήματος πολεοδομώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →